Σκοπός του Παρατηρητήριου της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας είναι να χαρτογραφήσει την κοινωνική ένταξη στην Περιφέρεια, ένα κομμάτι της οικονομίας που αφορά την κοινωνική ένταξη (κοινωνική οικονομία), καθώς και την κατάσταση των ευάλωτων/ειδικών και λοιπών ομάδων[1], να αποτυπώσει την υπάρχουσα κατάσταση και να αναδείξει τις ανάγκες της Περιφέρειας για πολιτικές δράσεις και στρατηγικές.

Για τον λόγο αυτό η μεθοδολογία έρευνας έχει στηριχτεί σε μια σειρά από μεθόδους, δείκτες, πηγές και δεδομένα, ώστε να αποτυπωθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η συνολική εικόνα της τοπικής οικονομίας, της κοινωνικής ένταξης, των κοινωνικών δομών, καθώς και στοιχεία για τις ευάλωτες, ειδικές και λοιπές ομάδες. Το παρατηρητήριο διεξάγει κυρίως δευτερογενή έρευνα και δεν συλλέγει πρωτογενή στοιχεία. Αυτό σημαίνει ότι όλα τα δεδομένα προέρχονται από ομαδοποιημένα στοιχεία υπηρεσιών της Περιφέρειας (ΤΕΒΑ, ΚΕΑ, Διαχειριστική Αρχή – ΕΣΠΑ), των δήμων της Περιφέρειας, άλλων δημόσιων υπηρεσιών (ΕΛΣΤΑΤ, ΟΑΕΔ), εθνικών και ευρωπαϊκών εκθέσεων (Εκθέσεις υπουργείων, Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Eurostat) ή άλλων σχετικών φορέων. Μέσα από την ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των δεδομένων και των ευρημάτων, θα διαμορφώνεται η τελική χαρτογράφηση της κοινωνικής ένταξης στην Περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας.

Το βασικό ερευνητικό ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει η έρευνα μας είναι  το πως θα χαρτογραφηθεί η κατάσταση της κοινωνικής ένταξης στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας τα επόμενα χρόνια. Το ερώτημα αυτό βέβαια για να απαντηθεί προϋποθέτει την εξέταση και ανάλυση πολλών δεδομένων και παραγόντων. Για τον λόγο αυτό, η φιλοσοφία της μεθοδολογίας κινείται στο πλαίσιο του ρεαλισμού και συγκεκριμένα του κριτικού ρεαλισμού, ο οποίος χρησιμοποιεί ένα συνδυασμό προσεγγίσεων και πολλαπλών μεθόδων (ποσοτικών και ποιοτικών), με σκοπό την εύρεση και αποτύπωση της πραγματικότητας.

Πιο συγκεκριμένα, η μεθοδολογία ερευνών βασίζεται σε τρείς πυλώνες:

  • Ο πρώτος πυλώνας αφορά τον ορισμό, την χαρτογράφηση και την μέτρηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην Περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται βασίζεται στους ορισμούς και τους δείκτες που χρησιμοποιεί η Eurostat στην «Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC)» (βλέπε παραπάνω) και η ΕΛΣΤΑΤ για τις «Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα». Οι δείκτες αυτοί έχουν συγκεκριμένη βάση αλλά κάποια χαρακτηριστικά τους αναπροσαρμόζονται.
  • Ο δεύτερος πυλώνας της έρευνας είναι η άντληση και συλλογή των στοιχείων από τα πληροφοριακά συστήματα, τις βάσεις δεδομένων και τους φορείς που είναι στην διάθεση του Παρατηρητηρίου. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούνται στοιχεία από ΕΛΣΤΑΤ, ΟΑΕΔ, ΟΤΑ (Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης), Κέντρα Κοινότητας και από μη κρατικούς φορείς όπως ΜΚΟ, Εκκλησία κ.α. Ιδανικά και εφόσον υπάρξει δυνατότητα θα αντληθούν και δεδομένα από πληροφοριακά συστήματα όπως το ΟΠΣ, ΕΡΓΑΝΗ, ΗΔΙΚΑ κ.α.
  • Ο τρίτος και τελευταίος πυλώνας της έρευνας είναι η αξιολόγηση και η ερμηνεία των δεδομένων με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων και προτάσεων. Αφού γίνει η ανάλογη ποσοτική και ποιοτική ανάλυση σύμφωνα με τις παραπάνω πρακτικές, θα γίνει αξιολόγηση των δράσεων και των παρεμβάσεων της Περιφέρειας, η οποία θα βασιστεί κυρίως στους δείκτες αξιολόγησης του ΕΣΠΑ και συγκεκριμένα στο πλαίσιο του Θεματικού Στόχου 9 «Προώθηση της κοινωνικής ένταξης και καταπολέμηση της φτώχειας». Μέσα από αυτή την αξιολόγηση το Παρατηρητήριο θα είναι σε θέση να αποτυπώσει τις ανάγκες της Περιφέρειας σε συγκεκριμένες δράσεις και πολιτικές με σκοπό να βοηθηθούν οι πολίτες που έχουν περισσότερο ανάγκη.

[1] ευάλωτες ομάδες πληθυσμού ήτοι άτομα με αναπηρίες (Α.1), εξαρτημένα ή απεξαρτημένα από ουσίες άτομα (Α.3), οροθετικοί (Α.4), φυλακισμένοι/ αποφυλακισμένοι (Α.5), ανήλικοι παραβάτες (Α.6).

ειδικές ομάδες πληθυσμού ήτοι μακροχρόνια άνεργες γυναίκες (Β.1.1.1), άνεργοι άνω των 54 μέχρι και 65 ετών (Β.3.1), μακροχρόνια άνεργοι με χαμηλά προσόντα (Β.3.3), μέλη πολύτεκνων οικογενειών με χαμηλό εισόδημα (Β.4), αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών (Β.5), γυναίκες θύματα κακοποίησης (Β.6), παιδιά θύματα κακοποίησης (Β.7), μετανάστες (Β.8), πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο (Β.9), (Β.10) Παλιννοστούντες

λοιπές ομάδες πληθυσμού ήτοι νοικοκυριά χωρίς κανένα εργαζόμενο (Γ.1), περιθωριοποιημένες κοινότητες (Γ.2), άστεγοι ή άτομα που έχουν αποκλειστεί από τη στέγαση (Γ.3), φτωχοί εργαζόμενοι με χαμηλό οικογενειακό εισόδημα (Γ.4), φτωχοί συνταξιούχοι με χαμηλό εισόδημα (Γ.5), ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών χωρίς ασφάλιση υγείας (Γ.6).